|

Η
μείωση αυτή του δημοσίου
χρέους ως ποσοστό του
ΑΕΠ έγινε αντικείμενο
θετικής υποδοχής από τις
αγορές, από τους οίκους
αξιολόγησης, τις
ιδιωτικές εταιρείες που
βαθμολογούν τα αξιόχρεα
των κρατών, την
πιστοληπτική ικανότητα
των χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων και όλων των
χρηματοοικονομικών
προϊόντων. Όμως το
ερώτημα που τίθεται και
αποτελεί ενδιαφέρον να
διερευνηθεί είναι τι
τίμημα κατέβαλε η Ελλάδα
προκειμένου να
κατατάσσεται, μεταξύ των
κρατών-μελών, ως χώρα-
υπόδειγμα δημοσιονομικής
πειθαρχίας; Ο
συντελεστής βαρύτητας
αυτής της ποσοστιαίας
μείωσης του δημόσιου
χρέους και το τίμημα που
κατέβαλε και καταβάλλει
η χώρα μας είναι η
αντικατάσταση και όχι η
συρρίκνωση του
κοινωνικού κράτους από
ένα μηχανισμό, με την
συνδρομή και ευρωπαϊκών
πόρων, άσκησης
επιδοματικής πολιτικής.
Πράγματι, το ΕΣΠΑ
2021-2027 για το
Πρόγραμμα Ανθρώπινου
Δυναμικού και Κοινωνικής
Συνοχής συνολικού
προϋπολογισμού 4,16 δισ.
ευρώ, η ευρωπαϊκή
συμμετοχή είναι 3,2 δισ.
ευρώ. Από το Ταμείο
Ανάκαμψης (Ελλάδα 2.0)
για τον πυλώνα
Απασχόληση, Κατάρτιση
Δεξιοτήτων, Υγεία, και
Κοινωνική Πρόνοια
συνολικού προϋπολογισμού
5,2 δισ. ευρώ, η
ευρωπαϊκή συμετοχή είναι
3,7 δισ. ευρώ.
Ετσι το τίμημα της
ποσοστιαίας μείωσης του
δημόσιου χρέους που
καταβάλλει η χώρα μας
είναι το κοινωνικό
κράτος σε όφελος μίας
επιδοματικής πολιτικής η
οποία, όπως αποτυπώνεται
στα στατιστικά στοιχεία
της Eurostat,
επιτυγχάνει την διάβρωση
της κοινωνικής συνοχής,
τις ανισότητες, την
φτωχοποίηση, την
επιδείνωση του βιοτικού
επιπέδου του πληθυσμού,
κ.λ.π.
Κι
αυτό επειδή, όπως
αποτυπώνεται στο
Διάγραμμα 2, η Ελλάδα
έχει το δεύτερο
υψηλότερο ποσοστό
φτώχειας στην Ευρώπη με
27,5% κάτω μόνο από την
Βουλγαρία με 29%. Η
Ρουμανία που το 2023
είχε το υψηλότερο
ποσοστό με 32%, το 2025
παρουσιάζει χαμηλότερο
ποσοστό κι από την
Ελλάδα η οποία το 2023
παρουσίαζε ποσοστό
φτώχειας 26,1%, ενώ και
η Βουλγαρία μείωσε το
ποσοστό σε αυτά τα δύο
έτη εφόσον το 2023 είχε
ποσοστό φτώχειας 30%.
Αντίθετα στην Ελλάδα, τα
δύο τελευταία έτη που η
Βουλγαρία και η Ρουμανία
παρουσίασαν μείωση του
ποσοστού φτώχειας,
παρατηρείται αύξηση του
ποσοστού φτώχειας.

Άρα, από τα στοιχεία της
Eurostat διαπιστώνεται
ότι η Ελλάδα μπορεί να
παρουσιάζεται ως
υπόδειγμα δημοσιονομικής
πειθαρχίας, η
πραγματικότητα όμως
είναι ότι αποτελεί
υπόδειγμα μίας
ασκούμενης πολιτικής
λιτότητας η οποία οδηγεί
στην αύξηση της
φτώχειας. Κι΄ αυτό
συμβαίνει επειδή
απουσιάζει μία
ολοκληρωμένη κοινωνική
πολιτική, γεγονός που
σημαίνει ότι
αντικαθίσταται το κράτος
πρόνοιας από την
επιδοματική πολιτική, η
οποία αδυνατεί να
στηρίξει το συνεχώς
επιδεινούμενο επίπεδο
διαβίωσης εργαζομένων
και συνταξιούχων λόγω
του παρατεταμένου την
τελευταία 5-ετία υψηλού
πληθωρισμού στην χώρας
μας. Αυτό σημαίνει ότι ο
υψηλός πληθωρισμός
βοηθάει την ευημερία του
δείκτη του δημόσιου
χρέους και την
ικανοποίηση των αγορών
και των οίκων
αξιολόγησης, αλλά
διαβρώνει την αγοραστική
δύναμη των πολιτών και
την επιδείνωση του
βιοτικού τους επιπέδου.
Έτσι στις συνθήκες
αυτές, η ευημερία του
δείκτη του δημόσιου
χρέους, σύμφωνα με τα
στοιχεία της Eurostat,
επιτυγχάνεται σε βάρος
των κοινωνικών δαπανών
οι οποίες κατά την
περίοδο 2020 – 2024
μειώθηκαν κατά 20%,
δηλαδή από 28,74% το
2020 σε 22,84% το 2024,
όταν ο μέσος όρος της
Ευρώπης είναι 27,32%
(Διάγραμμα 3).

Επιπλέον, από την
ανάλυση των επιμέρους
δεικτών διαπιστώνεται
ότι αντίστοιχα ο δείκτης
των δαπανών υγείας
μειώθηκε κατά 12%, από
6,06% το 2020 σε 5,35%
το 2024 με τον μέσο όρο
της Ευρώπης να είναι
8,12%. Αυτό όμως το
οποίο προκαλεί
μεγαλύτερη εντύπωση
είναι οι αντίστοιχοι
δείκτες που αφορούν τις
κοινωνικές δαπάνες για
την οικογένεια και την
στέγαση. Δύο σημαντικοί
δείκτες εάν λάβουμε
υπόψη το δημογραφικό και
το στεγαστικό πρόβλημα
που αντιμετωπίζει η
χώρας μας τα τελευταία
πέντε έτη. Ειδικότερα,
την περίοδο κατά την
οποία ο δείκτης
γονιμότητας έχει
προσεγγίσει το ιστορικό
χαμηλό των 1,24 παιδιών
ανά γυναίκα σε
αναπαραγωγική ηλικία
(σημειώνεται ότι το
χαμηλότερο παρατηρούμενο
επίπεδο ήταν 1,23 παιδιά
ανά γυναίκα το 1999 με
τη διαφορά όμως ότι τότε
οι γεννήσεις ήταν 100,5
χιλ. παιδιά, ενώ το 2025
ήταν 66.000 παιδιά και
το φυσικό ισοζύγιο τα
τελευταία 6 έτη είναι
αρνητικό κατά 55.000
άτομα κατά μέσο όρο
ετησίως) οι κοινωνικές
δαπάνες που αφορούν στην
οικογένεια παρουσίασαν
μείωση την περίοδο 2020
– 2024 κατά 22%, από
1,38% το 2020 σε 1,08%
του ΑΕΠ το 2024
(Διάγραμμα 4).

Επίσης ένα ακόμα
πρόβλημα που
αντιμετωπίζει η χώρα μας
τα τελευταία χρόνια
είναι, εκτός από τον
πληθωρισμό των
ενεργειακών προϊόντων,
των τροφίμων, των
υπηρεσιών, κ.λ.π., ο
πληθωρισμός στις τιμές
των ακινήτων και των
ενοικίων, σε βαθμό που η
αγορά κατοικίας να έχει
καταστεί άπιστο όνειρο
για την πλειοψηφία των
νέων. Έτσι, σύμφωνα με
την ΤτΕ (Γ. Γατόπουλος,
Οικονομικό Δελτίο
7/2025) οι δαπάνες
στέγασης αντιπροσωπεύουν
το 35% – 40% του μέσου
διαθέσιμου εισοδήματος
όταν ο μέσος όρος στην
Ευρώπη είναι 19,7%. Και
σε αυτό το πρόβλημα παρά
το γεγονός ύπαρξης
επιδόματος ενοικίου, οι
κοινωνικές δαπάνες που
αφορούν στην στέγαση την
περίοδο 2020-2024
παρουσίασαν μεγαλύτερη
αύξηση συγκριτικά με τις
δαπάνες για την υγεία
και για την οικογένεια
αφού οι κοινωνικές
δαπάνες για στέγαση την
περίοδο 2020-2024
μειώθηκαν κατά 33%, από
0,21% του ΑΕΠ σε 0,14%
του ΑΕΠ (Διάγραμμα 4).
Από τα προαναφερόμενα
στοιχεία που αφορούν τις
κοινωνικές δαπάνες
αναδεικνύεται η αποτυχία
της επιδοματικής
πολιτικής και η απουσία
μιας ολοκληρωμένης
κοινωνικής πολιτικής η
οποία αντικατοπτρίζεται
τόσο στον δείκτη
φτώχειας (Διάγραμμα 2)
όσο και στον δείκτη της
υποκειμενικής φτώχειας
στον οποίο οι πολίτες
απαντούν κατά πόσο
νιώθουν το αίσθημα της
φτώχειας δεδομένου ότι ο
δείκτης φτώχειας
μετριέται με το 60% του
ετήσιου διάμεσου
ισοδύναμου εισοδήματος
το οποίο το 2025
διαμορφώθηκε σε 6.510
ευρώ για ένα άτομο και
σε 13.671 ευρώ (1.140
ευρώ το μήνα) για
νοικοκυριό με δύο
παιδιά. Με άλλα λόγια
μια οικογένεια με δύο
παιδιά η οποία έχει
1.200 ευρώ μηνιαίο
εισόδημα θεωρείται ότι
δεν είναι φτωχή για τον
δείκτη φτώχειας, ενώ
είναι βέβαιο ότι αυτή η
οικογένεια θα απαντούσε
ότι αισθάνεται φτωχή με
1.200 ευρώ το μήνα
οικογενειακό εισόδημα.
Αυτό ακριβώς μετρά ο
δείκτης υποκειμενικής
φτώχειας και αυτός ήταν
ο στόχος των Ηνωμένων
Εθνών όταν καθιέρωσε τον
όρο της υποκειμενικής
φτώχειας και τους
μεθοδολογικούς κανόνες
μέτρησής του (United
Nations Economic
Commission for Europe,
2016, 2020, 2022 &
2024). Στην Ελλάδα ο
δείκτης της
υποκειμενικής φτώχειας
παρουσίασε ακόμα
μεγαλύτερη αύξηση το
2025, αφού από 66,8% το
2024 αυξήθηκε σε 67,2%
το 2025 και φυσικά είναι
το μεγαλύτερο ποσοστό
στην Ευρώπη με δεύτερη
την Βουλγαρία (36,1% από
37,4% που ήταν το 2024).
(Διάγραμμα 5)

Η
ανάλυση αυτή μας οδηγεί
στη διαπίστωση ότι η
«ευημερία» του δείκτη
του δημοσίου χρέους ως
ποσοστό του ΑΕΠ η οποία
παρουσιάζεται ως
υπόδειγμα οικονομικής
πολιτικής στην Ελλάδα
αλλά και στην Ευρώπη,
δεν συνοδεύεται από την
αντίστοιχη κοινωνική
ευημερία, δεδομένου ότι
«αντικειμενικός» δείκτης
φτώχειας (27,5%) και ο
«υποκειμενικός» (67,2%)
όχι μόνο είναι οι
υψηλότεροι στην Ευρώπη
αλλά επιπλέον
παρουσίασαν αύξηση το
2025. Κι΄ αυτό επειδή η
επιδοματική πολιτική
παρέχοντας μία άμεση
ρευστότητα διαχείρισης
των δυσμενών συνθηκών
επιβίωσης του πληθυσμού
δεν συμβάλλει στην
αντιμετώπιση, μεταξύ
άλλων, των αιτίων (π.χ.
χαμηλοί μισθοί, μείωση
αγοραστικής δύναμης,
έλλειψη εξειδίκευσης,
κ.λ.π.) της φτώχειας. Η
σύγχρονη έρευνα και
βιβλιογραφία
επιβεβαιώνει, όπως
προκύπτει εκ του
αποτελέσματος, ότι η
στρατηγική επιλογή
αντικατάστασης της
ολοκληρωμένης κοινωνικής
πολιτικής από την
επιδοματική πολιτική,
έχει ως τίμημα, για την
ποσοστιαία μείωση του
δημόσιου χρέους, την
μείωση των κοινωνικών
δαπανών και την
διεύρυνση των
κοινωνικο-οικονομικών
τους παρενεργειών
(διάβρωση κοινωνικής
συνοχής, ανισότητες,
φτωχοποίηση πληθυσμού,
κ.λ.π).
Πρώτη δημοσίευση
στον Οικονομικό
Ταχυδρόμο
|